Το λεξιλόγιο επιπέδου A1 - Υγεία και Ιατρική
Αυτό το μάθημα εξερευνά λέξεις σχετικά με την υγεία και την ιατρική, συμπεριλαμβανομένων ασθενειών, θεραπειών και ιατρικής φροντίδας.
Ανασκόπηση
Κάρτες
τύποι
Ορθογραφία
Κουίζ
que ha dejado de vivir

νεκρός, αποθανών
Το νεκρό ψάρι νεκρό επιπλέει στο νερό.
que tiene vida; que no está muerto

ζωντανός, εν ζωή
Αν και το φυτό φαινόταν στεγνό, ήταν ακόμα ζωντανό.
que tiene una enfermedad o está mal de salud

άρρωστος, ασθενής
Οι ασθενείς πρέπει να παίρνουν τα φάρμακά τους.
sensación desagradable que produce ganas de vomitar

ναυτία, ναυτία
Η ζάλη εξαφανίστηκε όταν ξεκούρασα λίγο.
sensación de malestar en el estómago que provoca ganas de vomitar

ναυτία
Για να ανακουφίσετε τη ναυτία, πιείτε νερό και ξεκουραστείτε.
estado de bienestar físico, mental y social

υγεία
Το να πίνεις αρκετό νερό είναι καλό για την υγεία.
enfermedad contagiosa que causa fiebre, tos, dolor de garganta y cansancio

γρίπη, ινφλουέντζα
Πολλά παιδιά αρρώστησαν από γρίπη φέτος.
enfermedad leve con tos, estornudos y mocos

κρυολόγημα, βρογχίτιδα
Το παιδί δεν πήγε στο σχολείο λόγω κρυολογήματος.
reacción del cuerpo a una sustancia que normalmente es inofensiva

αλλεργία
Μου έκαναν τεστ για την ανίχνευση αλλεργιών.
entrada y multiplicación de microorganismos en el cuerpo que causan enfermedad

μόλυνση
Η πληγή μολύνθηκε και προκάλεσε πόνο.
comida o líquido que sale del estómago por la boca

κάνω εμετό, ξεραίνω
Καθάρισε τον εμετό από το πάτωμα.
sensación desagradable que indica daño o malestar en el cuerpo

πόνος, ταλαιπωρία
Ο ασθενής έχει πόνο μετά την εγχείριση.
elevación de la temperatura normal del cuerpo

πυρετός
Για να χαμηλώσετε τον πυρετό, πιείτε πολλά υγρά.
expulsión súbita y ruidosa de aire de los pulmones

βήχας, έξαρση βήχα
Η αδερφή μου έχει βήχα και πυρετό.
sustancia que se usa para curar o prevenir enfermedades

φάρμακο, ιατρική
Φυλάξτε το φάρμακο σε δροσερό μέρος.
hacer una cirugía a alguien

χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση
Ο χειρουργός χειρουργεί με πολλή προσοχή.
lugar donde se venden medicinas y productos de salud

φαρμακείο, φαρμακοπωλείο
Αγόρασα μια κρέμα στο φαρμακείο.
medicamento en forma sólida y pequeña para tomar por la boca

χάπι, δισκίο
Αυτός πάντα κουβαλάει χάπια στην τσάντα του.