Το λεξιλόγιο επιπέδου A1 - Οχήματα και Μεταφορά
Σε αυτό το μάθημα, εξερευνώνται λέξεις για οχήματα και μεταφορά, συμπεριλαμβανομένων των τύπων μεταφοράς και των τρόπων ταξιδιού.
Ανασκόπηση
Κάρτες
τύποι
Ορθογραφία
Κουίζ
vehículo con motor que se usa para transportar personas por carretera

αυτοκίνητο
Καθαρίστε το αυτοκίνητο πριν από το ταξίδι.
vehículo de dos ruedas, pequeño y con motor, que se usa especialmente en la ciudad

σκούτερ
Θα αγοράσω ένα καινούριο μοτοσικλέτα αυτό το καλοκαίρι.
vehículo de dos ruedas que se mueve con pedales y se usa para transportar personas

ποδήλατο
Το αγόρι πήρε το ποδήλατό του στο πάρκο.
vehículo grande que transporta muchas personas por la ciudad o entre ciudades

λεωφορείο, λεωφορείο
Το λεωφορείο σταμάτησε σε κάθε στάση.
vehículo formado por varios vagones que se mueve sobre rieles y transporta personas o cosas

τρένο, σιδηροδρομικό όχημα
Το παιδί δεν έχει ταξιδέψει ποτέ με τρένο.
transporte público subterráneo que circula en la ciudad

μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομος
Το μετρό ήταν πολύ γεμάτο στις ώρες αιχμής.
vehículo que transporta personas de un lugar a otro, generalmente cobrando por el servicio

ταξί
Πληρώσαμε είκοσι ευρώ για το ταξί.
vehículo que vuela y transporta personas o cosas por el aire

αεροπλάνο
Το αεροπλάνο απογειώθηκε στις οκτώ.
vehículo grande que navega por el agua y transporta personas o cosas

πλοίο
Τα παιδιά είδαν ένα πλοίο από την παραλία.
vehículo grande y fuerte usado para transportar mercancías

φορτηγό, φορτηγό αυτοκίνητο
Το φορτηγό έφτασε αργά λόγω της κυκλοφορίας.
vehículo preparado para transportar a personas enfermas o heridas al hospital

ασθενοφόρο
Είδα ένα ασθενοφόρο στο δρόμο.
instalación con pistas y terminales donde aterrizan y despegan aviones

αεροδρόμιο
Το αεροδρόμιο έχει τρεις διεθνείς τερματικούς σταθμούς.
lugar en la costa donde los barcos pueden atracar y cargar o descargar mercancías o pasajeros

λιμάνι
Το λιμάνι έχει ένα μεγάλο τερματικό σταθμό επιβατών.
lugar donde un vehículo se detiene para que los pasajeros suban o bajen

στάση
Έχασα τη στάση και έπρεπε να περπατήσω πολύ.
circulación de vehículos por calles, carreteras u otras vías

κυκλοφορία, ροή
Η κυκλοφορία ρέει κανονικά.