parte del brazo que une el antebrazo con la parte superior

αγκώνας, αγκώνας
Ο αθλητής τραυμάτισε τον δεξί αγκώνα του.
órgano que bombea sangre en el cuerpo

καρδιά, καρδιακό όργανο
Η καρδιά αντλεί αίμα σε όλο το σώμα.
líquido rojo que circula por las venas y arterias del cuerpo

αίμα
Το αίμα περιέχει ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια.
parte dura y blanca que forma el esqueleto de los vertebrados

κόκαλο, κόκαλο
Ο γιατρός είπε ότι το κόκαλο έχει ήδη θεραπευτεί.
parte del cuerpo que une la mano con el brazo

καρπός
Ακούμπησε το κεφάλι της στο καρπό ενώ διάβαζε.
tejido del cuerpo que permite el movimiento al contraerse y relajarse

μυς
Το ανθρώπινο σώμα έχει πάνω από 600 μύες.
parte del cuerpo entre el cuello y el abdomen, delante del torso

στήθος
Το στήθος προστατεύει τα εσωτερικά όργανα.
órgano del cuerpo encargado de la respiración

πνεύμονας
Ο ασθενής έλαβε θεραπεία για μια πνευμονική νόσο.
órgano del cuerpo que filtra la sangre y produce orina

νεφρό
Τα νεφρά βρίσκονται στο κάτω μέρος της πλάτης.
órgano del aparato digestivo que conecta el estómago con el ano

έντερο, κοιλιά
Η φλεγμονή του εντέρου μπορεί να είναι πολύ οδυνηρή.
parte del cuerpo donde la pierna se dobla en el centro

γόνατο, άρθρωση του γονάτου
Πρέπει να φροντίσω το γόνατό μου για να αποφύγω τραυματισμούς.
órgano muscular dentro de la boca que se usa para hablar, comer y saborear

γλώσσα, γλώσσα
Έκαψε τη γλώσσα του πίνοντας πολύ ζεστό καφέ.
hueso de la cara que sostiene los dientes inferiores y permite abrir y cerrar la boca

σαγόνι
Το σαγόνι υποστηρίζει τα κάτω δόντια.
parte del cuerpo entre las costillas y las caderas

μέση, περίμετρος μέσης
Έβαλε τα χέρια του στη μέση για να ξεκουραστεί.
parte del cuerpo donde se une el muslo con el tronco, a los lados de la pelvis

ισχίο
Η άσκηση βοηθά να ενισχυθεί ο γοφός.
conjunto de huesos que forman la estructura del cuerpo

σκελετός, οστικό πλαίσιο
Ο ανθρώπινος σκελετός αλλάζει κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης.
parte del cuerpo donde se une la pierna con el pie

αστράγαλος
Ο αστράγαλος τον πόνεσε όταν περπατούσε.
parte posterior y baja del pie

φτέρνα
Άφησα ίχνη με τη φτέρνα στην άμμο.
relativo al ojo o a la visión

οφθαλμικός, οπτικός
Η οφθαλμική χειρουργική επέμβαση ήταν επιτυχής.
relativo a la respiración o al sistema que permite respirar

αναπνευστικός
Ο γιατρός αξιολόγησε την αναπνευστική του λειτουργία.
proceso por el que el cuerpo descompone y absorbe los alimentos

πέψη, διαδικασία πέψης
Η άσκηση βελτιώνει την πέψη.
