doctrina filosófica que sostiene que solo la propia mente puede conocerse con certeza

σολιψισμός
Το δοκίμιο διερευνά τον σολιψισμό στη σύγχρονη φιλοσοφία.
proceso de reflexión y análisis lógico sobre cuestiones filosóficas
el estudio académico de la naturaleza de Dios y la religión

θεολογία
Η χριστιανική θεολογία και η ισλαμική θεολογία έχουν κοινά σημεία.
conjunto de ideas o doctrinas dentro de la filosofía que comparten principios comunes

φιλοσοφικό ρεύμα
Κάθε φιλοσοφικό ρεύμα προσφέρει μια διαφορετική άποψη για τον κόσμο.
conjunto de ideas, enseñanzas o principios que guían una religión, filosofía o disciplina

δόγμα, διδασκαλία
Η δογματική μπορεί να εφαρμοστεί στην εκπαίδευση, τη θρησκεία ή την πολιτική.
corriente filosófica que sostiene que el conocimiento se basa en la experiencia

εμπειρισμός
Ο εμπειρισμός απορρίπτει την έμφυτη γνώση.
corriente filosófica que estudia la existencia y la libertad humana

υπαρξισμός, φιλοσοφία της ύπαρξης
Ο υπαρξισμός αμφισβητεί το νόημα της ζωής.
persona que defiende el racionalismo como base del conocimiento

ορθολογιστής
Πολλοί ορθολογιστές συζήτησαν με τους εμπειριστές.
rama de la filosofía que estudia la naturaleza de la realidad, el ser y lo trascendente

μεταφυσική
Σπουδάζει μεταφυσική στο μάθημα φιλοσοφίας του.
corriente filosófica que sostiene que el conocimiento válido proviene de la observación y el método científico

θετικισμός
Ο θετικισμός αναζητά επαληθεύσιμες εξηγήσεις.
idea o proposición que sirve de base para un razonamiento o argumento

πρόταση, υπόθεση
Η ανάλυση της υπόθεσης βοηθά στην κατανόηση του επιχειρήματος.
actitud de imparcialidad y justicia al juzgar o actuar sin favoritismos

αταραξία, αμεροληψία
Πρέπει να ενεργεί με αμεροληψία απέναντι και στα δύο μέρη.
actitud de tolerancia excesiva que permite comportamientos sin restricciones claras

επιτρεπτικότητα, υπερβολική ανοχή
Η επιτρεπτικότητα μπορεί να συγχέεται με την ανεκτικότητα.
opinión o juicio negativo que se tiene sobre alguien o algo sin conocerlo bien o sin razones justificadas

προκατάληψη
Μια κρίση που βασίζεται σε προκατάληψη σπάνια είναι δίκαιη.
dudas o reparos morales que impiden actuar de cierta manera

δισταγμοί, ενδοιασμοί
Ενεργούσαν με λίγους ενδοιασμούς σε αυτή την επιχείρηση.
hacer que una idea, hábito o actitud se forme gradualmente en alguien

εμφυσώ, ενσταλάζω
Του ενέπνευσαν τη σημασία της συνεχούς προσπάθειας.
persona que actúa sin vergüenza o con descaro

ξεδιάντροπος
Η αδιάντροπη στάση του εξέπληξε όλους.
conjunto de normas, valores y principios que regulan el comportamiento humano

ηθική, δεοντολογία
Μελετά την ηθική από φιλοσοφική σκοπιά.
deseo o meta que alguien quiere lograr en la vida

φιλοδοξία, στόχος
Οι νέοι έχουν πολύ υψηλές φιλοδοξίες σήμερα.
deseo intenso o esfuerzo persistente por lograr algo

ζήλος
Η προθυμία για βελτίωση τον ωθεί κάθε μέρα.
integridad moral y firmeza en el comportamiento ético

ακεραιότητα
Έδειξε ακεραιότητα μπροστά στη διαφθορά.
rechazar o abandonar una creencia, idea o compromiso anterior

απαρνιέμαι, αποκηρύσσω
Αρνήθηκε να απαρνηθεί αυτά που είχε πει.
romper, infringir o afectar negativamente una norma, derecho o principio

παραβιάζω, βλάπτω
Αυτή η ενέργεια παραβιάζει τις βασικές ηθικές αρχές.
cualidad o acción que es indigna, baja o deshonrosa, y que provoca desprecio

ταπείνωση, αξιοθρήνητη συμπεριφορά
Η ταινία δείχνει τις ταπείνωσεις του πολέμου.
