Αρχιτεκτονική και σπίτι - Partes de un edificio
Μάθετε ισπανικό λεξιλόγιο για τοίχους, οροφές, δάπεδα, προσόψεις, θεμελιώσεις, μπαλκόνια και άλλα μέρη ενός κτιρίου και περιγράψτε τη θέση, τη δομή και τη λειτουργία τους.
Ανασκόπηση
Κάρτες
τύποι
Ορθογραφία
Κουίζ
lugar cerrado para guardar coches

γκαράζ, σκεπαστό πάρκινγκ
Το γκαράζ βρίσκεται δίπλα στην κύρια είσοδο.
lugar donde se guarda el vino para conservarlo

κυψέλη κρασιού, αποθήκη κρασιού
Ο πατέρας της φροντίζει τον κρασοπότηρα με πολύ προσοχή.
armario o habitación donde se guardan alimentos

αποθήκη τροφίμων, ντουλάπι τροφίμων
Το αποθηκευτικό βρίσκεται δίπλα στην κουζίνα.
habitación o espacio para guardar cosas que no se usan a diario

αποθήκη, πατάρι
Ο αποθηκευτικός χώρος είναι στο υπόγειο του κτιρίου.
espacio cerrado dentro de una casa o edificio donde se puede vivir o dormir

δωμάτιο
Στο δωμάτιο υπάρχει ένα μεγάλο παράθυρο.
un conjunto de habitaciones conectadas en un hotel que forman una unidad de alojamiento lujosa

σουίτα
Η υπηρεσία δωματίου έφερε σαμπάνια στο σουίτ.
un espacio amplio a la entrada de un edificio público o de una casa grande

αίθουσα υποδοχής, προθάλαμος
Το φως από το μεγάλο πολυέλαιο φώτιζε ολόκληρο το βεστιβουλ.
superficie vertical que forma parte de un edificio o habitación

τοίχος, χώρισμα
Ο τοίχος είναι καλυμμένος με ταπετσαρία.
parte superior que cubre una habitación o un edificio por dentro o por fuera

ταβάνι, στέγη
Έπεσε ένα κομμάτι από την οροφή.
superficie inferior sobre la que se camina dentro de un lugar o se apoya algo

πάτωμα
Βάψανε το πάτωμα του γκαράζ γκρι.
cada uno de los niveles o plantas de un edificio

όροφος
Ανεβήκαμε στον δεύτερο όροφο από τις σκάλες.
un piso intermedio entre dos plantas principales de un edificio, generalmente de menor altura

ενδιάμεσος όροφος, μεζονέτα
Τοποθέτησαν ένα κιγκλίδωμα ασφαλείας στην άκρη του ημιόροφου.
un elemento estructural vertical, generalmente cilíndrico, que sirve de soporte

στήλη
Η υγρασία κατέστρεφε τη βάση της πέτρινης κολόνας.
la parte exterior frontal de un edificio

πρόσοψη
máquina que sube y baja a las personas entre los pisos de un edificio

ασανσέρ
Προτιμώ να χρησιμοποιώ ασανσέρ παρά τις σκάλες.
conjunto de peldaños que permite subir o bajar entre pisos

σκάλα, σκαλοπάτι
Καθαρίζουμε τη σκάλα κάθε εβδομάδα.
una plataforma o cabina que sube y baja verticalmente para transportar carga pesada entre pisos

φορτωτικό ασανσέρ
Ο ανελκυστήρας φορτίου έχει σύστημα ασφαλείας για την αποφυγή υπερφόρτωσης.
la parte de dentro de un edificio, vehículo o espacio

εσωτερικό
Οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι λευκοί.
la parte de fuera de un edificio, vehículo o espacio

εξωτερικό μέρος
Το φως του ηλιοβασιλέματος φώτιζε το εξωτερικό του καθεδρικού ναού.
conducto o estructura por donde sale el humo de una estufa, fuego o calefacción

καμινάδα
Είδαμε πουλιά να φωλιάζουν κοντά στον καμινάδα.
la parte del suelo de una chimenea donde se hace el fuego

εστία, τζάκι
Η φωτιά στην εστία τρίζε απαλά.
un estante o superficie plana que sobresale de una pared, especialmente sobre una chimenea

ράφι, προεξοχή
Οι οικογενειακές φωτογραφίες τοποθετούνται στο repisa του τζακιού.
el tubo o estructura vertical que sobresale del tejado y conduce el humo de la chimenea hacia el exterior

καπάκι καμινάδας, σωλήνας καμινάδας
Η καμινάδα από χυτοσίδηρο είναι πολύ ανθεκτική.
