recipiente grande para bañarse, generalmente en el baño

μπανιέρα, λουτρό
Τα παιδιά παίζουν στη μπανιέρα.
aparato de cocina que funciona con electricidad para calentar o cocinar alimentos

ηλεκτρική κουζίνα
Εγκατέστησαν μια ηλεκτρική κουζίνα στο διαμέρισμα.
combustible usado para producir energía o calor

βενζίνη
Το σύστημα λειτουργεί με αέριο.
aparato eléctrico que limpia los platos y utensilios de cocina automáticamente

πλυντήριο πιάτων, πλυντήριο πιάτων
Το πλυντήριο πιάτων καταναλώνει νερό και ηλεκτρική ενέργεια.
quitar la suciedad con agua u otro líquido

πλένω
Πλύνε καλά τα σκεύη της κουζίνας.
habitación principal destinada a una pareja

κύρια κρεβατοκάμαρα, συζυγική κρεβατοκάμαρα
Το κύριο υπνοδωμάτιο είναι στο πίσω μέρος.
habitación destinada a alojar a invitados

δωμάτιο επισκεπτών, υπνοδωμάτιο επισκεπτών
Διακόσμησαν το δωμάτιο των επισκεπτών.
parte superior que cubre una habitación o un edificio por dentro o por fuera

ταβάνι, στέγη
Έπεσε ένα κομμάτι από την οροφή.
superficie vertical que forma parte de un edificio o habitación

τοίχος, χώρισμα
Ο τοίχος είναι καλυμμένος με ταπετσαρία.
superficie horizontal de un edificio sobre la que se camina

πάτωμα, δάπεδο
Υπάρχει νερό στο πάτωμα.
vivienda compartida por estudiantes

φοιτητική εστία, διαμέρισμα φοιτητών
Έψαξαν για ένα οικονομικό φοιτητικό διαμέρισμα.
poner muebles en una casa o habitación

επιπλώνω, εξοπλίζω
Προτιμούν να επιπλώνουν με έπιπλα δεύτερου χεριού.
que tiene muebles dentro

επιπλωμένος
Το επιπλωμένο διαμέρισμα περιλαμβάνει καναπέ και τραπέζι.
intentar encontrar algo o a alguien

αναζητώ
Η αδερφή μου ψάχνει τα γυαλιά της σε όλο το σπίτι.
lugar donde alguien puede quedarse temporalmente o vivir

διαμονή, καταλύματα
Η προσωρινή διαμονή παρέχεται από τον οργανισμό.
tener o usar algo con otra u otras personas

μοιράζομαι
Μοιραζόμαστε το σπίτι ανάμεσα σε τρία άτομα.
habitación o piso que está justo debajo del techo de un edificio

σοφίτα, υπόστεγο
Στο σοφίτα κάνει πολύ ζέστη το καλοκαίρι.
espacio destinado para estacionar un vehículo en un garaje

θέση στάθμευσης, χώρος στάθμευσης
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις στάθμευσης στο γκαράζ.
aparato eléctrico que se usa en el hogar para realizar tareas domésticas

ηλεκτρική συσκευή οικιακής χρήσης
Καθόλου ηλεκτρική συσκευή δεν λειτουργεί στο σπίτι.
zona residencial cerrada con acceso controlado

κλειστή κοινότητα
Είναι μια αποκλειστική ιδιωτική κοινότητα.
