pattern

Βιβλίο Top Notch 3A - Μονάδα 5 - Μάθημα 4

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 5 - Μάθημα 4 στο βιβλίο Top Notch 3A, όπως "εκκενώνω", "φθαρτός", "διακοπή ρεύματος", κλπ.

Ανασκόπηση

Κάρτες

Ορθογραφία

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Top Notch 3A
emergency
emergency
[ουσιαστικό]

an unexpected and usually dangerous situation needing immediate attention or action

επείγουσα ανάγκη, έκτακτη ανάγκη

επείγουσα ανάγκη, έκτακτη ανάγκη

Ex: The sudden power outage was treated as an emergency by the utility company. 

Το ξαφνικό διακοπή ρεύματος αντιμετωπίστηκε ως επείγουσα ανάγκη από την εταιρεία κοινής ωφέλειας.

Κλείσιμο
Σύνδεση
preparation
preparation
[ουσιαστικό]

the process or act of making a person or thing ready for use, an event, act, situation, etc.

προετοιμασία

προετοιμασία

Ex: They did a lot of preparation before starting the project. 

Έκαναν πολλή προετοιμασία πριν ξεκινήσουν το έργο.

Κλείσιμο
Σύνδεση
supply
supply
[ουσιαστικό]

(plural) necessary things, such as food, medicines, clothes, etc. for a group of people

προμήθειες,  εφόδια

προμήθειες, εφόδια

Ex: The military delivered supplies to remote villages cut off by natural disasters. 

Ο στρατός παρέδωσε προμήθειες σε απομακρυσμένα χωριά αποκομμένα από φυσικές καταστροφές.

Κλείσιμο
Σύνδεση
to evacuate
to evacuate
[ρήμα]

to leave a place to be safe from a dangerous situation

εκκενώνω, αφήνω

εκκενώνω, αφήνω

Ex: A chemical spill near the industrial area prompted citizens to evacuate nearby neighborhoods. 

Μια χημική διαρροή κοντά στη βιομηχανική περιοχή ώθησε τους πολίτες να εκκενώσουν τις γύρω γειτονιές.

Κλείσιμο
Σύνδεση
shelter
shelter
[ουσιαστικό]

a structure offering protection and privacy from danger

καταφύγιο, προστασία

καταφύγιο, προστασία

Ex: They slept in a makeshift shelter to stay safe. 

Κοιμήθηκαν σε ένα προσωρινό καταφύγιο για να παραμείνουν ασφαλείς.

Κλείσιμο
Σύνδεση
flashlight
flashlight
[ουσιαστικό]

a portable handheld electric light that is powered by batteries and used to give light to a place in the dark

φακός, φορητή λάμπα

φακός, φορητή λάμπα

Ex: When the power went out, I reached for my flashlight. 

Όταν έσβησε το ρεύμα, έπιασα το φακό μου.

Κλείσιμο
Σύνδεση
food
food
[ουσιαστικό]

things that people and animals eat, such as meat or vegetables

τροφή, φαγητό

τροφή, φαγητό

Ex: They donated canned food to the local food bank. 

Δώρισαν κονσερβοποιημένα τρόφιμα στην τοπική τράπεζα τροφίμων.

Κλείσιμο
Σύνδεση
first-aid kit
first-aid kit
[ουσιαστικό]

a set of tools and medical supplies, usually carried in a bag or case, used in case of emergency or injury

κουτί πρώτων βοηθειών, σετ πρώτων βοηθειών

κουτί πρώτων βοηθειών, σετ πρώτων βοηθειών

Ex: She kept a first-aid kit in her car for emergencies. 

Κρατούσε ένα κουτί πρώτων βοηθειών στο αυτοκίνητό της για εκτάκτους ανάγκες.

Κλείσιμο
Σύνδεση
nonperishable
nonperishable
[επίθετο]

(of food) resistant to spoilage or decay and able to be stored safely for long periods

μη φθαρτός, ανθεκτικός

μη φθαρτός, ανθεκτικός

Ex: Non-perishable items can be shipped without worrying about spoilage. 

Τα μη φθαρτά αντικείμενα μπορούν να αποσταλούν χωρίς ανησυχία για φθορά.

Κλείσιμο
Σύνδεση
power outage
power outage
[ουσιαστικό]

a disruption or complete loss of electrical supply to a particular area

διακοπή ρεύματος, απενεργοποίηση

διακοπή ρεύματος, απενεργοποίηση

Ex: Authorities are working to restore electricity after the massive power outage. 

Οι αρχές εργάζονται για την αποκατάσταση της ηλεκτρικής ενέργειας μετά τη μαζική διακοπή ρεύματος.

Κλείσιμο
Σύνδεση
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek