Συναισθήματα - Hambre
Aprende vocabulario en español para hambre, apetito, saciedad, antojos y otras sensaciones relacionadas con la necesidad o el deseo de comer, y describe distintos grados de hambre.
Ανασκόπηση
Κάρτες
τύποι
Ορθογραφία
Κουίζ
comer algo con mucho apetito o rapidez

καταβροχθίζω
Καταβροχθίστε το κέικ πριν τελειώσει.
que siente la necesidad o deseo urgente de comer

πεινασμένος
Τα πεινασμένα παιδιά ανυπομονούσαν για το μεσημεριανό γεύμα.
comer o beber algo de forma rápida, voraz y sin masticar bien

καταπίνω, τρώω άπληστα
Κατάπιε το πρωινό και βγήκε τρέχοντας για τη δουλειά.
llenar o comer en exceso hasta sentirse saturado o demasiado lleno

γεμίζω υπερβολικά, τρώω υπερβολικά
Δεν πρέπει να γεμίζει τον εαυτό του με πρόχειρο φαγητό τόσο συχνά.
acto de comer en exceso o con ansia, mostrando avidez por la comida

λαιμαργία, αδηφαγία
Η υπερβολική λαίμαργος μπορεί να προκαλέσει δυσφορία στο στομάχι.
que come con exceso o con gran apetito

αδηφάγος, λαίμαργος
Είναι δύσκολο να μην νιώθεις αδηφάγος με τόσο νόστιμο φαγητό.
comer o beber algo de forma rápida y en grandes cantidades, sin apenas masticar o saborear

καταπίνω, καταβροχθίζω
Κατάπιε τη μπριζόλα σε τρεις μπουκίες χωρίς σχεδόν να μασήσει.
sensación de necesidad o falta de comida

πείνα
Η πείνα είναι μια από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες προκλήσεις.
que tiene hambre extrema o está muy delgado por falta de alimento

πεινασμένος, αδύνατος
Ο πεινασμένος πληθυσμός χρειαζόταν επείγουσα βοήθεια.
deseo repentino de comer o hacer algo, especialmente comida

λαχτάρα, ξαφνική επιθυμία
Μερικές φορές, μια ισχυρή λαχτάρα αλλάζει αυτό που τρως.
comer algo con mucha rapidez y de forma poco refinada

καταβροχθίζω, καταπίνω γρήγορα
Το παιδί κατάπια το σάντουιτς στο διάλειμμα.
consumir suficiente comida o bebida hasta sentirse satisfecho y no poder comer más

χορταίνω
Μετά το τρίτο πιάτο, τελικά χόρτασα.
que ha comido o bebido tanto que no puede consumir más

γεμάτος, χορτασμένος
Χόρτασα με μόνο μια σούπα.
que no recibe suficiente alimento y presenta signos de desnutrición

υποσιτισμένος, ατροφικός
Η έκθεση μιλούσε για υποσιτισμένους ανθρώπους στην περιοχή.
