pattern

Βιβλίο Total English - Ενδιάμεσο - Ενότητα 10 - Μάθημα 2

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 10 - Μάθημα 2 στο βιβλίο μαθημάτων Total English Intermediate, όπως "call off", "put up with", "get over" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Total English - Intermediate
to call off

to cancel what has been planned

ακυρώνω, αναιρώ

ακυρώνω, αναιρώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to call off"
to carry on

to choose to continue an ongoing activity

συνεχίζω, προχωρώ

συνεχίζω, προχωρώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to carry on"
to come back

to return to a previous state or condition, often after a period of decline or loss

επιστρέφω, ανακάμπτω

επιστρέφω, ανακάμπτω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to come back"
to come up with

to create something, usually an idea, a solution, or a plan, through one's own efforts or thinking

συναρμολογώ, επινοώ

συναρμολογώ, επινοώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to come up with"
to get over

to recover from an unpleasant or unhappy experience, particularly an illness

ξεπερνάω, αναρρώνω

ξεπερνάω, αναρρώνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to get over"
to go on

to continue without stopping

συνεχίζω, προχωρώ

συνεχίζω, προχωρώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to go on"
to go through

to experience or endure something, particularly a difficult or challenging situation

υφίσταμαι, περνώ από

υφίσταμαι, περνώ από

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to go through"
to find out

to get information about something after actively trying to do so

ανακαλύπτω, μαθαίνω

ανακαλύπτω, μαθαίνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to find out"
to put up with

to tolerate something or someone unpleasant, often without complaining

ανέχομαι, υπομένω

ανέχομαι, υπομένω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to put up with"
to split up

to end a romantic relationship or marriage

χωρίζω, διαλύω

χωρίζω, διαλύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to split up"
to turn into

to change and become something else

μεταμορφώνομαι, γίνομαι

μεταμορφώνομαι, γίνομαι

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to turn into"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek