pattern

Βιβλίο Solutions - Προ-ενδιάμεσο - Ενότητα 6 - 6Δ

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 6 - 6Δ στο βιβλίο μαθημάτων Solutions Pre-Intermediate, όπως «επίσκεψη», «έπεσε πάνω», «πληγώθηκε» κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Solutions - Pre-Intermediate
to fall over

to lose one's balance and fall to the ground, typically by accident or as a result of tripping

πέφτω κάτω, γύρω-γύρω

πέφτω κάτω, γύρω-γύρω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to fall over"
to hurt

to cause injury or physical pain to yourself or someone else

πληγώνω, τραυματίζω

πληγώνω, τραυματίζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to hurt"
to lie

to intentionally say or write something that is not true

ψεύδεται, λέει ψέματα

ψεύδεται, λέει ψέματα

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to lie"
to ski

to move on snow on two sliding bars that are worn on the feet

σκιάρει, καταβαίνει με σκι

σκιάρει, καταβαίνει με σκι

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to ski"
to snow

(of water) to fall from the sky in the shape of small and soft ice crystals

χιονίζει, χιονίσει

χιονίζει, χιονίσει

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to snow"
to be

used when naming, or giving description or information about people, things, or situations

είναι, αποτελεί

είναι, αποτελεί

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to be"
to go

to travel or move from one location to another

πηγαίνω, φεύγω

πηγαίνω, φεύγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to go"
to see

to notice a thing or person with our eyes

βλέπω, παρατηρώ

βλέπω, παρατηρώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to see"
to spend

to use money as a payment for services, goods, etc.

ξοδεύω, δαπανούν

ξοδεύω, δαπανούν

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to spend"
to take

to reach for something and hold it

παίρνω, λαμβάνω

παίρνω, λαμβάνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to take"
to visit

to go somewhere because we want to spend time with someone

επισκέπτομαι, επισκεφθώ

επισκέπτομαι, επισκεφθώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to visit"
to watch

to look at a thing or person and pay attention to it for some time

παρατηρώ, βλέπω

παρατηρώ, βλέπω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to watch"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek