pattern

Δεξιότητες Λέξεων SAT 5 - Μάθημα 27

Ανασκόπηση

Κάρτες

Ορθογραφία

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
SAT Word Skills 5
priory
priory
[ουσιαστικό]

a place of residence for a community of nuns or monks that is smaller or less important compared to an abbey

προηγούμενο, μοναστήρι

προηγούμενο, μοναστήρι

Κλείσιμο
Σύνδεση
dichotomy
dichotomy
[ουσιαστικό]

a division between two things that are represented as being entirely different

διχοτομία, διαίρεση

διχοτομία, διαίρεση

Ex: He struggled with the dichotomy of logic versus emotion. 

Αγωνίστηκε με τη διχοτομία της λογικής έναντι του συναισθήματος.

Κλείσιμο
Σύνδεση
estuary
estuary
[ουσιαστικό]

the part of a river that is wide and where it meets the sea

εκβολή, ποταμίσια εκβολή

εκβολή, ποταμίσια εκβολή

Ex: Environmentalists work to protect estuaries from pollution and habitat destruction. 

Οι περιβαλλοντολόγοι εργάζονται για την προστασία των εκβολών από τη ρύπανση και την καταστροφή των βιοτόπων.

Κλείσιμο
Σύνδεση
frailty
frailty
[ουσιαστικό]

the state of being morally weak and susceptible to temptation

αδυναμία, ευθραυστότητα

αδυναμία, ευθραυστότητα

Κλείσιμο
Σύνδεση
prudery
prudery
[ουσιαστικό]

the sate of propriety or modesty to the extreme that it becomes pretentious

σεμνοτυφία

σεμνοτυφία

Κλείσιμο
Σύνδεση
corollary
corollary
[ουσιαστικό]

a thing that is the direct or natural result of another

συνέπεια, πόρισμα

συνέπεια, πόρισμα

Ex: The high demand for the product had a corollary of rising prices. 

Η υψηλή ζήτηση για το προϊόν είχε ένα συνέπεια την αύξηση των τιμών.

Κλείσιμο
Σύνδεση
amenity
amenity
[ουσιαστικό]

a feature or service that adds comfort or value to a place

ευκολία, υπηρεσία

ευκολία, υπηρεσία

Ex: Access to public transportation is a key amenity for city dwellers. 

Η πρόσβαση στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι μια βασική ευκολία για τους κατοίκους της πόλης.

Κλείσιμο
Σύνδεση
drudgery
drudgery
[ουσιαστικό]

dull, repetitious, and blue-collar work

μονοτονική εργασία, επίπονη δουλειά

μονοτονική εργασία, επίπονη δουλειά

Κλείσιμο
Σύνδεση
continuity
continuity
[ουσιαστικό]

consistent and steady agreement, unity, or connection

συνέχεια,  συνοχή

συνέχεια, συνοχή

Κλείσιμο
Σύνδεση
avidity
avidity
[ουσιαστικό]

the property of being enthusiastic and eager to a great extent

απληστία,  ενθουσιασμός

απληστία, ενθουσιασμός

Κλείσιμο
Σύνδεση
trickery
trickery
[ουσιαστικό]

the use of deceit or scheme to cheat or take advantage of someone

απάτη, πανουργία

απάτη, πανουργία

Κλείσιμο
Σύνδεση
confederacy
confederacy
[ουσιαστικό]

a group of people or political organization united by a common cause

συνομοσπονδία, συμμαχία

συνομοσπονδία, συμμαχία

Κλείσιμο
Σύνδεση
affinity
affinity
[ουσιαστικό]

an inherent resemblance or similarity between persons, things, or ideas

συγγένεια, συγγενική σχέση

συγγένεια, συγγενική σχέση

Ex: Cultural affinity often fosters mutual understanding. 

Η πολιτισμική συγγένεια συχνά ευνοεί την αμοιβαία κατανόηση.

Κλείσιμο
Σύνδεση
effrontery
effrontery
[ουσιαστικό]

a way of behaving that is shamelessly rude and bold

θρασύτητα, αδιαντροπιά

θρασύτητα, αδιαντροπιά

Ex: She was embarrassed by the effrontery of her friend’s behavior at the dinner party. 

Ντράπηκε από την αδιαντροπιά της συμπεριφοράς του φίλου της στο δείπνο.

Κλείσιμο
Σύνδεση
scarcity
scarcity
[ουσιαστικό]

the state of not having enough or being in demand of something

έλλειψη, σπανιότητα

έλλειψη, σπανιότητα

Κλείσιμο
Σύνδεση
tapestry
tapestry
[ουσιαστικό]

a piece of heavy cloth that is adorned by weaving complicated pictorial designs into it and is mostly used for wall hangings, curtains, etc.

ταπισερί, κεντήματα

ταπισερί, κεντήματα

Κλείσιμο
Σύνδεση
chivalry
chivalry
[ουσιαστικό]

the act of being kind, polite, and courteous to women

ιπποσύνη, ευγένεια

ιπποσύνη, ευγένεια

Κλείσιμο
Σύνδεση
casuistry
casuistry
[ουσιαστικό]

the way of resolving ethical problems by relying on abstract principles extracted from particular cases

καζουιστική, μέθοδος επίλυσης ηθικών προβλημάτων με βάση αφηρημένες αρχές που εξάγονται από συγκεκριμένες περιπτώσεις

καζουιστική, μέθοδος επίλυσης ηθικών προβλημάτων με βάση αφηρημένες αρχές που εξάγονται από συγκεκριμένες περιπτώσεις

Κλείσιμο
Σύνδεση
purgatory
purgatory
[ουσιαστικό]

in certain Christian beliefs, a temporary state of purification for souls after death, preparing them for entry into heaven

καθαρτήριο, κατάσταση εξαγνισμού

καθαρτήριο, κατάσταση εξαγνισμού

Ex: Purgatory is often associated with the idea of God's mercy and the opportunity for spiritual refinement beyond earthly life. 

Ο καθαρτήριος συχνά συνδέεται με την ιδέα του ελέους του Θεού και την ευκαιρία για πνευματική εξέλιξη πέρα από την επίγεια ζωή.

Κλείσιμο
Σύνδεση
longevity
longevity
[ουσιαστικό]

the long lifespan of an individual

μακροζωία, μεγάλη διάρκεια ζωής

μακροζωία, μεγάλη διάρκεια ζωής

Κλείσιμο
Σύνδεση
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek