Ζώα - Δράσεις και ήχοι ζώων
Μάθετε γαλλικά ρήματα και λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις κινήσεις, τις συμπεριφορές και τους ήχους των ζώων, όπως το τρέξιμο, το σύρσιμο, το πέταγμα, το δάγκωμα, το γάβγισμα, το βρυχηθμό ή το κελάηδημα.
Ανασκόπηση
Κάρτες
τύποι
Ορθογραφία
Κουίζ
manger de l'herbe ou des plantes basses

βοσκώ, τρώω χορτάρι
Οι αγελάδες βοσκούν για ώρες.
poursuivre et capturer des animaux pour se nourrir ou pour le sport

κυνηγώ, καταδιώκω
Οι λύκοι κυνηγούν σε αγέλες τη νύχτα.
perdre ou renouveler sa peau, ses plumes ou ses poils

απολέπω, αλλάζω φτερά
Τα πουλιά αλλάζουν τα παλιά τους φτερά.
passer l'hiver dans un état d'inactivité pour économiser de l'énergie

χειμεριάζω, κάνω χειμερία νάρκη
Οι μαρμότες χειμεριάζουν για αρκετούς μήνες κάθε χρόνο.
se déplacer d'un endroit à un autre, souvent selon les saisons

μεταναστεύω, μετακινούμαι
Οι γκνου μεταναστεύουν σε τεράστια κοπάδια.
se déplacer dans l'eau en faisant des mouvements avec les bras et les jambes

κολυμπώ
Έμαθα να κολυμπάω όταν ήμουν μικρός.
se poser ou s'asseoir sur un support élevé, surtout pour les oiseaux

καθίζω σε υψηλό σημείο, κοιτώ σε κλαδί
Ο αετός καθίζει στην κορυφή του βουνού.
habituer un animal à vivre avec les hommes

εξημερώνω, κατοικιδιάζω
Οι κότες εξημερώνονται για τα αυγά.
produire des sons musicaux avec la voix

τραγουδώ
Τραγουδάς πολύ καλά.
rendre quelque chose difficile à voir ou à remarquer

καμουφλάρω, κρύβω
Τα αντικείμενα καμουφλάρονται στο χρηματοκιβώτιο.
toucher doucement avec affection ou tendresse

χαϊδεύω, αγαπώ με αφή
Αυτή χαϊδεύει το σκυλί της πίσω από τα αυτιά.
taper légèrement avec le bec pour manger ou toucher quelque chose

ραμφίζω, τσιμπώ
Ο παπαγάλος τσιμπολογάει το έδαφος ψάχνοντας σπόρους.
pénétrer la peau avec une petite pointe ou un dard, souvent pour faire mal ou injecter du venin

τσιμπάω, κεντώ
Οι τσουκνίδες τσιμπάνε όταν τις αγγίζεις.
se déplacer en se traînant sur le sol, souvent avec le corps près du sol

σέρνομαι, ερπύζω
Τα μυρμήγκια έρπουν προς το φαγητό.
sauter rapidement ou avec force

να πηδάει γρήγορα ή με δύναμη
Ο λαγός πηδάει για να ξεφύγει από την αλεπού.
construire ou installer un nid pour pondre et élever ses petits

φωλιάζω, κάνω φωλιά
Τα περιστέρια φωλιάζουν στο μπαλκόνι του κτιρίου.
se déplacer dans l'air en utilisant des ailes ou un moteur

πετώ
Τα παιδιά είδαν ένα ελικόπτερο να πετάει πάνω από το σχολείο.
crier comme une vache

μουγκρίζω, βρυχώμαι
Ακόμα και η δαμάλα μουγκρίζει ακούγοντας το κοπάδι.
chanter légèrement et gaiement (pour les oiseaux, surtout les petits)

κελαηδώ, τιτιβίζω
Στο δάσος, τα πουλιά κιλαϊδίζουν ασταμάτητα.
pousser le cri d'un hibou ou d'une chouette

ουρλιάζω σαν κουκουβάγια, βγάζω την κραυγή της κουκουβάγιας
Ακόμα και η μικρή κουκουβάγια κράζει στο σκοτεινό δάσος.
pousser le cri d'une grenouille

κραυγάζω σαν βάτραχος, βγάζω τον ήχο του βάτραχου
Ακόμα και το θηλυκό κοάζει για να απαντήσει στο αρσενικό.
pousser le cri d'un chien

γαβγίζω, αλυχτώ
Ακόμα και η γριά σκύλα γαβγίζει όταν έρχεται κάποιος.
pousser le cri d'un mouton ou d'une chèvre

βελάζω, βγάζω τη φωνή ενός προβάτου ή κατσίκας
Ακόμα και η μικρή κατσίκα βελάζει όταν με βλέπει.
cri du canard

κουάκ, κουάκ κουάκ
Ακόμα και η μικρή πάπια βγάζει ένα κουάκ όταν με βλέπει.
pousser le cri doux d'un pigeon ou d'une tourterelle

κουδουνίζω, κοκκυρίζω
Ακόμη και η θηλυκή τριγόνι κουρνιάζει όταν βλέπει τον σύντροφό της.
pousser un cri fort et puissant, comme un lion

βρυχάμαι, βρυχηθμός
Οι λιοντάρια βρυχώνται κατά τη διάρκεια της νύχτας.
émettre un son prolongé (animaux)

ουρλιάζω, κραυγάζω
Η τίγρη βρυχήθηκε για να τρομάξει τους αντιπάλους της.
produire un bruit doux et continu, surtout chez le chat quand il est content

γουργουρίζω, βουίζω
Οι γάτες γουργουρίζουν όταν είναι ήρεμες και χαλαρές.
pousser le cri d'une poule, surtout en pondant ou en bavardant

κακαρίζω, κακαρίζω
Ακούμε τις κότες που κακαρίζουν από το πρωί.
pousser le cri du chat

νιαουρίζω, βγάζω γατούσιο ήχο
Η γάτα νιαουρίζει απαλά στον καναπέ.
pousser le cri du cheval

χλιμιντρίζω, κραυγάζω
Το άλογο χλιμιντρίζει δυνατά για να σηματοδοτήσει την παρουσία του.
pousser le cri de l'âne ou du mulet

κραυγάζω, κραυγάζω σαν γάιδαρος
Ο γάιδαρος κραυγάζει δυνατά όταν κάποιος πλησιάζει.
cri du coq

κοκκορίκου, κόκορας
Ο κόκορας κάνει κικιρίκου για να ξυπνήσει τις κότες.
entrer rapidement dans un liquide, surtout l'eau

βουτώ, βυθίζομαι
Το δελφίνι βουτά κάτω από το νερό για να παίξει.
produire un cri mélodieux ou sonore

τραγουδώ, παράγω μελωδικό ήχο
Τα πουλιά τραγουδούν μετά τη βροχή.
prendre de la nourriture, manger quelque chose

τρώω
Μερικά θαλάσσια ζώα τρώνε μέδουσες.
faire un trou ou un espace vide en enlevant de la matière

σκάβω, ανοίγω τρύπα
Σκάψε εδώ, θα βρεις τον θησαυρό!
