pattern

Βιβλίο Top Notch Θεμελιώδες B - Ενότητα 9 - Μάθημα 1

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 9 - Μάθημα 1 στο βιβλίο μαθημάτων Top Notch Fundamentals B, όπως "σχέδιο", "βροχερός", "καιρός" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Top Notch Fundamentals B
activity

something that a person spends time doing, particularly to accomplish a certain purpose

δραστηριότητα, ενεργοποίηση

δραστηριότητα, ενεργοποίηση

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "activity"
plan

a chain of actions that will help us reach our goals

σχέδιο, προγραμματισμός

σχέδιο, προγραμματισμός

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "plan"
weather

things that are related to air and sky such as temperature, rain, wind, etc.

καιρός, καιρικές συνθήκες

καιρός, καιρικές συνθήκες

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "weather"
sunny

very bright because there is a lot of light coming from the sun

ηλιόλουστος, ηλιόφωτος

ηλιόλουστος, ηλιόφωτος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "sunny"
cloudy

having many clouds up in the sky

νεφελώδης, συννεφιασμένος

νεφελώδης, συννεφιασμένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "cloudy"
windy

having a lot of strong winds

αέρας, θυελλώδης

αέρας, θυελλώδης

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "windy"
rainy

having frequent or persistent rainfall

βροχερός, καταρρακτώδης

βροχερός, καταρρακτώδης

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "rainy"
snowy

‌(of a period of time or weather) having or bringing snow

χιόνινος, χιονισμένος

χιόνινος, χιονισμένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "snowy"
hot

having a higher than normal temperature

καυτός, θερμός

καυτός, θερμός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hot"
cold

having a temperature lower than the human body's average temperature

κρύος, ψυχρός

κρύος, ψυχρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "cold"
warm

having a temperature that is high but not hot, especially in a way that is pleasant

θερμός, ζεστός

θερμός, ζεστός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "warm"
cool

having a pleasantly mild, low temperature

δροσερός, κρύος

δροσερός, κρύος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "cool"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek