pattern

Βιβλίο English Result - Ενδιάμεσο - Μονάδα 8 - 8Α

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 8 - 8Α στο βιβλίο μαθημάτων English Result Intermediate, όπως "put through", "hand over", "break down" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
English Result - Intermediate
to break down

(of a machine or vehicle) to stop working as a result of a malfunction

χαλάει, βλάβη

χαλάει, βλάβη

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to break down"
to call by

to make a brief stop at a place while on the way to another location

επισκεπτόμαστε, σταματάμε

επισκεπτόμαστε, σταματάμε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to call by"
to cut off

to use a sharp object like scissors or a knife on something to remove a piece from its edge or ends

κόβω, αφαιρώ

κόβω, αφαιρώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to cut off"
to get away from

to start talking about something that is different from the topic of the discussion

απομακρύνομαι από, αποσπώ την προσοχή από

απομακρύνομαι από, αποσπώ την προσοχή από

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to get away from"
to get through

to succeed in passing or enduring a difficult experience or period

ξεπερνάω, αντέχω

ξεπερνάω, αντέχω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to get through"
to hand over

to transfer the possession or control of someone or something to another person or entity

παραδίδω, δώσω

παραδίδω, δώσω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to hand over"
to hang on

to ask someone to wait briefly or pause for a moment

κρεμάω (kremáo), περιμένω (periméno)

κρεμάω (kremáo), περιμένω (periméno)

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to hang on"
to hang up

to end a phone call by breaking the connection

κλείνω το τηλέφωνο, ταξιδεύω την κλήση

κλείνω το τηλέφωνο, ταξιδεύω την κλήση

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to hang up"
to put through

to connect a caller to the person to whom they want to speak

συνδέω, παράγω

συνδέω, παράγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to put through"
to ring back

to return a call or call someone again because one was not available the first time they called

καλώ ξανά, επικοινωνώ ξανά

καλώ ξανά, επικοινωνώ ξανά

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to ring back"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek