pattern

Βιβλίο Total English - Στοιχειώδης - Ενότητα 5 - Αναφορά - Μέρος 2

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 5 - Αναφορά - Μέρος 2 στο βιβλίο μαθημάτων Total English Elementary, όπως "sink", "noisy", "island" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Total English - Elementary
lamp

an object that can give light by using electricity or burning gas or oil

λάμπα, φωτιστικό

λάμπα, φωτιστικό

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "lamp"
laptop computer

a computer that is small and portable and works with a rechargeable battery

φορητός υπολογιστής, laptop

φορητός υπολογιστής, laptop

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "laptop computer"
microwave

a kitchen appliance that uses electricity to quickly heat or cook food

μικροκυμάτων, φούρνος μικροκυμάτων

μικροκυμάτων, φούρνος μικροκυμάτων

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "microwave"
mobile phone

a cellular phone or cell phone; ‌a phone without any wires and with access to a cellular radio system that we can carry with us and use anywhere

κινητό τηλέφωνο, κινητή συσκευή

κινητό τηλέφωνο, κινητή συσκευή

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "mobile phone"
MP3 player

a small device used for listening to audio and MP3 files

συσκευή MP3, παίκτης MP3

συσκευή MP3, παίκτης MP3

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "MP3 player"
plant

a living thing that grows in ground or water, usually has leaves, stems, flowers, etc.

φυτό, φυτόν

φυτό, φυτόν

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "plant"
sink

a large and open container that has a water supply and you can use to wash your hands, dishes, etc. in

νεροχύτης, λεκάνη

νεροχύτης, λεκάνη

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "sink"
vacuum cleaner

an electrical device that pulls up dirt and dust from a floor to clean it

ηλεκτρική σκούπα, σκούπα αναρρόφησης

ηλεκτρική σκούπα, σκούπα αναρρόφησης

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "vacuum cleaner"
washing machine

an electric machine used for washing clothes

πλυντήριο ρούχων, πλυντήριο

πλυντήριο ρούχων, πλυντήριο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "washing machine"
hot

having a higher than normal temperature

καυτός, θερμός

καυτός, θερμός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hot"
dry

lacking moisture or liquid

ξηρός, ξερός

ξηρός, ξερός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "dry"
desert

a large, dry area of land with very few plants, typically one covered with sand

έρημος, ρημία

έρημος, ρημία

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "desert"
busy

having a lot of elements or details that make it feel crowded, confusing, or hard to navigate

φορτωμένος, ακατάστατος

φορτωμένος, ακατάστατος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "busy"
noisy

producing or having a lot of loud and unwanted sound

θορυβώδης, κοσμικός

θορυβώδης, κοσμικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "noisy"
city

a larger and more populated town

πόλη, μητρόπολη

πόλη, μητρόπολη

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "city"
long

(of two points) having an above-average distance between them

μακρύς, μακρυνά

μακρύς, μακρυνά

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "long"
wide

having a large length from side to side

φάρδυς (fárdys), ευρύς (evrýs)

φάρδυς (fárdys), ευρύς (evrýs)

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "wide"
river

a natural and continuous stream of water flowing on the land to the sea, a lake, or another river

ποταμός, ρέμα

ποταμός, ρέμα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "river"
lake

a large area of water, surrounded by land

λίμνη, γάλαζο νερό

λίμνη, γάλαζο νερό

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "lake"
high

having a value or level greater than usual or expected, often in terms of numbers or measurements

υψίστης, υψηλός

υψίστης, υψηλός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "high"
mountain

a very tall and large natural structure that looks like a huge hill with a pointed top that is often covered in snow

όρος, βουνό

όρος, βουνό

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "mountain"
low

small or below average in degree, value, level, or amount

χαμηλός, μικρός

χαμηλός, μικρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "low"
hill

a naturally raised area of land that is higher than the land around it, often with a round shape

λόφος, βουνο

λόφος, βουνο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hill"
lovely

delightful, enjoyable, or pleasurable in experience or quality

ωραίος, ευχάριστος

ωραίος, ευχάριστος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "lovely"
beach

an area of sand or small stones next to a sea or a lake

παραλία, ακτή

παραλία, ακτή

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "beach"
green

having the color of fresh grass or most plant leaves

πράσινος, χλωρός

πράσινος, χλωρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "green"
forest

a vast area of land that is covered with trees and shrubs

δάσος, φυτικό

δάσος, φυτικό

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "forest"
popular

receiving a lot of love and attention from many people

δημοφιλής, γνωστός

δημοφιλής, γνωστός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "popular"
island

a piece of land surrounded by water

νησί, ακατοίκητο

νησί, ακατοίκητο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "island"
landscape

a beautiful scene in the countryside that can be seen in one particular view

τοπίο, γη

τοπίο, γη

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "landscape"
bay

an area of land that is curved and partly encloses a part of the sea

κόλπος, όρμος

κόλπος, όρμος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "bay"
apartment

a place that has a few rooms for people to live in, normally part of a building that has other such places on each floor

διαμέρισμα, ογκομετρική κατοικία

διαμέρισμα, ογκομετρική κατοικία

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "apartment"
refrigerator

an electrical equipment used to keep food and drinks cool and fresh

ψυγείο, καταψύκτης

ψυγείο, καταψύκτης

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "refrigerator"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek