estar presente en un lugar o evento

παραβρίσκομαι, συμμετέχω
Δεν μπόρεσα να παραβρεθώ στην εκδήλωση λόγω της δουλειάς.
función o evento que se presenta para entretener al público

θέαμα
Το φεστιβάλ περιλαμβάνει διάφορες μουσικές εκδηλώσεις.
estar en estado de sueño o descansar mientras se está inconsciente

κοιμάμαι
Κοιμήθηκες καλά χθες το βράδυ ;
breve descanso o sueño durante el mediodía

σιέστα, απογευματινός ύπνος
Ορισμένοι εργάτες κάνουν σιέστα μετά το φαγητό.
reunirse o verse con otra persona o grupo en un lugar determinado

συναντώ
Έχουν συναντηθεί πριν ;
dedicar tiempo en un lugar, actividad o situación

περνώ
Δεν μου αρέσει να περνάω πολύ χρόνο στο γραφείο.
periodo breve de tiempo

στιγμή, λεπτό
Πέρασε ευχάριστο χρόνο με τους φίλους του.
descansar o tranquilizarse para sentirse mejor

χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
Αισθάνομαι καλύτερα όταν χαλαρώνω στο σπίτι.
juego de estrategia entre dos personas, con un tablero de 64 casillas y piezas de distintos tipos

σκάκι, παιχνίδι σκάκι
Πρακτικάρω σκάκι κάθε μέρα για να βελτιωθώ.
juego que se practica sobre una mesa con bolas y tacos

μπίλιαρντ, παιχνίδι μπιλιάρδου
Ο πρωταθλητής του μπίλιαρντ χτύπησε τη λευκή μπάλα τέλεια.
objetos pequeños con caras numeradas que se usan para jugar

ζάρια, παιχνιδιάρικα ζάρια
Έριξε τα ζάρια και προχώρησε τρία τετράγωνα.
juego de mesa en el que dos jugadores mueven piezas por un tablero cuadriculado para capturar las del oponente

ντάμα
Στο ντάμα, κάθε παίκτης έχει δώδεκα πιόνια.
primera presentación pública de una película, obra o espectáculo

πρεμιέρα, πρώτη παρουσίαση
Η τηλεόραση θα μεταδώσει την πρεμιέρα ζωντανά.
pieza pequeña que se usa como dinero en juegos de casino

μάρκα
Τα μάρκες είναι απαραίτητα για να στοιχηματίσεις στο τραπέζι.
conjunto de personas que tocan música juntos

μουσική ομάδα, μουσικό σύνολο
Το μουσικό συγκρότημα κάνει πρόβα κάθε σαββατοκύριακο.
actividad o entretenimiento que se juega sobre una superficie

επιτραπέζιο παιχνίδι
Παίξαμε ένα παιχνίδι επιτραπέζιο για να γιορτάσουμε τα γενέθλια.
tela gruesa que se usa para cubrirse y abrigarse

κουβέρτα, πάπλωμα
Χρησιμοποιώ την κουβέρτα όταν βλέπω τηλεόραση.
género musical diseñado para bailar

χορευτική μουσική
Η χορευτική μουσική ενθαρρύνει όλους να χορέψουν.
grupo grande de músicos que tocan juntos diferentes instrumentos

ορχήστρα, μουσικό σύνολο
Ακούσαμε την ορχήστρα στο θέατρο χθες το βράδυ.
carta utilizada en juegos de mesa o de azar

τραπουλόχαρτο, χαρτί παιχνιδιού
Έμαθε να κάνει κόλπα με τα χαρτιά.
actividad que se hace para diversión o entretenimiento

χόμπι, διασκέδαση
Τα χόμπι του περιλαμβάνουν τη ζωγραφική και τη μουσική.
tiempo libre dedicado a actividades recreativas

ελεύθερος χρόνος
Αξιοποιήστε τον ελεύθερο χρόνο για να χαλαρώσετε.
encuentro entre varias personas para hablar sobre un tema

συνάντηση
conversar de manera informal

κουβεντιάζω
Είναι ευχάριστο να συζητάει κανείς για ελαφριά θέματα.
expresar una opinión u observación sobre algo, normalmente en una conversación

σχολιάζω
Οι γείτονες σχολίασαν τον θόρυβο που υπήρχε χθες το βράδυ στο πάρτι.
terminar algo o darlo por finalizado

ολοκληρώνω, τελειώνω
Μετά από πολλή δουλειά, ολοκλήρωσαν τελικά την έκθεση.
discutir un tema con otra u otras personas, presentando argumentos a favor y en contra

συζητώ
Μου αρέσει να συζητώ ιδέες με φίλους.
acto de encontrarse con alguien o algo

συνάντηση, συναντήσεις
Η συνάντηση τελείωσε με μια φιλική συμφωνία.
dar una cosa y recibir otra a cambio

ανταλλάσσω
Θέλουν να ανταλλάξουν ταξιδιωτικές εμπειρίες.
juicio o idea que alguien tiene sobre un tema

γνώμη
Η γνώμη του άλλαξε μετά την εξήγηση.
contar o narrar hechos o historias

αφηγούμαι, αναφέρω
Αυτή ανέφερε το ταξίδι της στην Ευρώπη με πολλές λεπτομέρειες.
que hace sentir bienvenido y cómodo a alguien

φιλόξενος, ζεστός
Το πανδοχείο ήταν ζεστό και φιλόξενο και ήσυχο.
acción de interpretar o realizar algo ante un público

εμφάνιση, παράσταση
Η actuación του μάγου εξέπληξε τα παιδιά.
espacio o contexto físico en el que se encuentra algo o alguien

περιβάλλον, ατμόσφαιρα
Το περιβάλλον εργασίας επηρεάζει την παραγωγικότητα.
hablar con otra persona sobre un tema, a veces con desacuerdo o debate

συζητώ
Συζητώ με τον δάσκαλο για την εργασία.
que sigue reglas o normas establecidas

επίσημος
Η συνάντηση ήταν επίσημη αλλά σύντομη.
que no sigue normas o reglas establecidas; más relajado o casual

ανεπίσημος
Το email έχει έναν πολύ ανεπίσημο τόνο.
persona que toca música en la vía pública

δρομικός μουσικός, δρομικός καλλιτέχνης
Ο μουσικός του δρόμου έπαιζε με μεγάλο πάθος.
el acuerdo o decisión que pone fin a una disputa legal o conflicto, especialmente fuera de los tribunales

διευθέτηση
Η επίλυση του διαζυγίου ήταν πιο περίπλοκη από ό,τι αναμενόταν.
encontrar la solución a un problema, duda o situación difícil

επιλύω
Επίλυση συγκρούσεων είναι σημαντική στην εργασία.
sonido fuerte, molesto o que llama la atención

θόρυβος, φασαρία
Κλείσε το παράθυρο για να μην ακούς τον θόρυβο.
persona que vende productos en la calle o espacios públicos

πλανόδιος πωλητής
Ο πλανόδιος πωλητής πρόσφερε προϊόντα σε χαμηλές τιμές.
