pattern

500 Πιο Συνηθισμένα Αγγλικά Επίθετα - Top 451 - 475 Επίθετα

Εδώ σας παρέχεται το μέρος 19 της λίστας με τα πιο κοινά επίθετα στα αγγλικά όπως "stuck", "silly" και "clever".

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Most Common Adjectives in English Vocabulary
annual

happening, done, or made once every year

ετήσιος, ετήσιος όρος

ετήσιος, ετήσιος όρος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "annual"
stuck

fixed tightly in a particular position and incapable of moving or being moved

κολλημένος, κολλητός

κολλημένος, κολλητός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "stuck"
conscious

having awareness of one's surroundings

συνειδητός, ενημέρος

συνειδητός, ενημέρος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "conscious"
unknown

not widely acknowledged or familiar to most people

άγνωστος, ακαθόριστος

άγνωστος, ακαθόριστος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "unknown"
passionate

showing or having enthusiasm or strong emotions about something one care deeply about

παθιασμένος, ενθουσιώδης

παθιασμένος, ενθουσιώδης

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "passionate"
presidential

associated with the role or actions of a president, such as decisions, behaviors, or policies

προεδρικός, προεδρική

προεδρικός, προεδρική

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "presidential"
audio

relating to recorded or broadcast sounds

ηχητικός, audio

ηχητικός, audio

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "audio"
exclusive

limited to a particular person, group, or purpose

αποκλειστικός, εξαιρετικός

αποκλειστικός, εξαιρετικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "exclusive"
silly

showing a lack of seriousness, often in a playful way

χαζός, κουτός

χαζός, κουτός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "silly"
liquid

flowing freely and in the form or state of a liquid

υγρός, ρευστός

υγρός, ρευστός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "liquid"
neutral

not favoring either side in a conflict, competition, debate, etc.

ουδέτερος, ανεξάρτητος

ουδέτερος, ανεξάρτητος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "neutral"
invisible

not capable of being seen with the naked eye

αόρατος, ανείκαστος

αόρατος, ανείκαστος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "invisible"
clever

able to think quickly and find solutions to problems

έξυπνος, ευφυής

έξυπνος, ευφυής

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "clever"
Spanish

relating to Spain or its people or language

ισπανικός, ισπανιός

ισπανικός, ισπανιός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "Spanish"
universal

concerning or influencing everyone in the world

παγκόσμιος, καθολικός

παγκόσμιος, καθολικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "universal"
executive

using or having the power to decide on important matters, plans, etc. or to implement them

εκτελεστικός, διοικητικός

εκτελεστικός, διοικητικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "executive"
dominant

having superiority in power, influence, or importance

κυρίαρχος, επικρατών

κυρίαρχος, επικρατών

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "dominant"
prepared

having been made ready or suitable beforehand for a particular purpose or situation

ετοίμαστο, πάντοτε έτοιμο

ετοίμαστο, πάντοτε έτοιμο

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "prepared"
subtle

difficult to notice or detect because of its slight or delicate nature

[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "subtle"
permanent

continuing to exist all the time, without significant changes

μόνιμος, διαρκής

μόνιμος, διαρκής

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "permanent"
electrical

producing or operating by electricity

ηλεκτρικός, ηλεκτρική

ηλεκτρικός, ηλεκτρική

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "electrical"
awkward

making one feel embarrassed or uncomfortable

αδέξιος, άβολος

αδέξιος, άβολος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "awkward"
outside

placed on the external side or surface

εξωτερικός, έξω

εξωτερικός, έξω

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "outside"
chronic

(of an illness) difficult to cure and long-lasting

χρόνιος, χρόνια

χρόνιος, χρόνια

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "chronic"
broken

(of a thing) physically divided into pieces, because of being damaged, dropped, etc.

σπασμένος, κατεστραμμένος

σπασμένος, κατεστραμμένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "broken"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek