pattern

Επίθετα που Περιγράφουν Αισθητηριακές Εμπειρίες - Επίθετα του χρώματος

Τα χρωματικά επίθετα περιγράφουν τις συγκεκριμένες αποχρώσεις και αποχρώσεις που παρουσιάζουν αντικείμενα ή επιφάνειες καθώς και τις διακριτές ιδιότητες τέτοιων αποχρώσεων.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Categorized English Adjectives Describing Sensory Experiences
vivid

(of colors or light) very intense or bright

ζωντανός, έντονος

ζωντανός, έντονος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "vivid"
vibrant

(of colors) bright and strong

ζωηρός, έντονος

ζωηρός, έντονος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "vibrant"
monochromatic

consisting of a single color or shades of a single color

μονοχρωματικός, μονοχρωμία

μονοχρωματικός, μονοχρωμία

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "monochromatic"
black

having the color that is the darkest, like most crows

μαύρος, άσπρος

μαύρος, άσπρος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "black"
white

having the color that is the lightest, like snow

λευκός, άσπρος

λευκός, άσπρος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "white"
red

having the color of tomatoes or blood

κόκκινος, ερυθρός

κόκκινος, ερυθρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "red"
blue

having the color of the ocean or clear sky at daytime

μπλε, γαλάζιο

μπλε, γαλάζιο

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "blue"
yellow

having the color of lemons or the sun

κίτρινος, κίτρινη

κίτρινος, κίτρινη

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "yellow"
green

having the color of fresh grass or most plant leaves

πράσινος, χλωρός

πράσινος, χλωρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "green"
purple

having the color of most ripe eggplants

μωβ, βιολετί

μωβ, βιολετί

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "purple"
golden

having a bright yellow color like the metal gold

χρυσός, χρυσή

χρυσός, χρυσή

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "golden"
gray

having a color between white and black, like most koalas or dolphins

γκρι, γκρίζος

γκρι, γκρίζος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "gray"
pink

having the color of strawberry ice cream

ροζ, ροζέ

ροζ, ροζέ

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "pink"
brown

having the color of chocolate ice cream

καφέ, χάλκινος

καφέ, χάλκινος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "brown"
orange

having the color of carrots or pumpkins

πορτοκαλί, κερασιί

πορτοκαλί, κερασιί

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "orange"
milky

having a pale and creamy white color like milk

γαλακτώδης, λευκός σαν γάλα

γαλακτώδης, λευκός σαν γάλα

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "milky"
fiery

having an intense shade of orange or red, like the colors of fire or molten lava

φλογερός, πυρρός

φλογερός, πυρρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "fiery"
peach

having a mild color between pink and orange like a ripe peach

ροδακινί, απαλή ροδακινί

ροδακινί, απαλή ροδακινί

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "peach"
coral

having a pinkish-orange color

κοραλλί, κοραλλένιος

κοραλλί, κοραλλένιος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "coral"
beige

having a pale, light brown color like sand

μπεζ, χρωμα άμμου

μπεζ, χρωμα άμμου

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "beige"
navy blue

having a very dark blue color like the deep sea

ναυτικό μπλε, σκούρο μπλε

ναυτικό μπλε, σκούρο μπλε

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "navy blue"
rosy

having a pinkish-red color

ροζέ, ροδαλός

ροζέ, ροδαλός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "rosy"
lavender

having a pale purple color

λιλά, λεβάντα

λιλά, λεβάντα

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "lavender"
erin

having a bright and vibrant shade of green, like the color of fresh grass or new leaves

ερυθρός, φρέσκος

ερυθρός, φρέσκος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "erin"
tan

having a pale yellowish-brown color

καφελιάς, ταμειακός

καφελιάς, ταμειακός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "tan"
scarlet

having a bright red color

κοκκίνων, ερυθρός

κοκκίνων, ερυθρός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "scarlet"
hazel

having a greenish-brown color

καστανός-πράσινος, χαλκός

καστανός-πράσινος, χαλκός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hazel"
hot pink

a vibrant, intense shade of pink, often used to describe a bold and eye-catching color in fashion or design

καυτό ροζ, έντονο ροζ

καυτό ροζ, έντονο ροζ

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hot pink"
colored

having a particular color other than black or white

χρωματιστός, έγχρωμος

χρωματιστός, έγχρωμος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "colored"
black-and-white

(of a motion picture, photograph, etc.) showing only black, white, and gray colors

ασπρόμαυρος, μαυρόασπρος

ασπρόμαυρος, μαυρόασπρος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "black-and-white"
mellow

(of a color, sound, or flavor) soft or gentle, often creating a sense of warmth and calmness

ήπιος, μαλακός

ήπιος, μαλακός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "mellow"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek