the latest or most advanced level of technology, design, or knowledge in a particular field
Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 7 - Μάθημα 3 στο βιβλίο μαθητή Total English Advanced, όπως "μεταχειρισμένο", "φθορά", "ολοκαίνουργιο" κ.λπ.
Ανασκόπηση
Κάρτες
Ορθογραφία
Κουίζ
the latest or most advanced level of technology, design, or knowledge in a particular field
μεταχειρισμένος
Το βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων έχει μια μεγάλη ποικιλία τίτλων σε χαμηλές τιμές.
μεταχειρισμένο
Τα μεταχειρισμένα έπιπλα στο κατάστημα μεταχειρισμένων είχαν καλή τιμή και ήταν σε καλή κατάσταση.
διαθέσιμος
Έχουμε κάνει τα απαραίτητα έγγραφα διαθέσιμα για λήψη στην ιστοσελίδα μας.
χειροποίητος
Το εστιατόριο περηφανεύεται για τα χειροποίητα επιδόρπιά του που φτιάχνονται από το μηδέν.
ολοκαίνουργιος
Αγόρασαν ολοκαίνουργια έπιπλα για να επιπλώσουν το πρόσφατα ανακαινισμένο διαμέρισμά τους.
the gradual damage or deterioration that occurs to an object or property as a result of normal use or aging
used to refer to the availability of a product or property for purchase, sale, or rental