pattern

Βιβλίο Headway - Ενδιάμεσο - Καθημερινά Αγγλικά (Ενότητα 5)

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από το Everyday English Unit 5 στο βιβλίο μαθημάτων Headway Intermediate, όπως "clear up", "sales assistant", "vegetarian" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Headway - Intermediate
vegetarian

someone who avoids eating meat

χορτοφάγος, vegetarian

χορτοφάγος, vegetarian

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "vegetarian"
customer

a person, organization, company, etc. that pays to get things from businesses or stores

πελάτης, αγοραστής

πελάτης, αγοραστής

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "customer"
waiter

a man who brings people food and drinks in restaurants, cafes, etc.

σερβιτόρος, καλύτερος

σερβιτόρος, καλύτερος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "waiter"
table

furniture with a usually flat surface on top of one or multiple legs that we can sit at or put things on

τραπέζι, γραφείο

τραπέζι, γραφείο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "table"
window

a space in a wall or vehicle that is made of glass and we use to look outside or get some fresh air

παράθυρο, παράθυρο αυτοκινήτου

παράθυρο, παράθυρο αυτοκινήτου

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "window"
menu

a list of the different food available for a meal in a restaurant

μενού, κατάλογος

μενού, κατάλογος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "menu"
list

a series of written or printed names or items, typically one below the other

Κατάλογος, Λίστα

Κατάλογος, Λίστα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "list"
to order

to ask for something, especially food, drinks, services, etc. in a restaurant, bar, or shop

παραγγέλλω, παραγγέλνω

παραγγέλλω, παραγγέλνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to order"
to suggest

to mention an idea, proposition, plan, etc. for further consideration or possible action

προτείνω, υποδηλώνω

προτείνω, υποδηλώνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to suggest"
water

a liquid with no smell, taste, or color, that falls from the sky as rain, and is used for washing, cooking, drinking, etc.

νερό (neró), ύδωρ (hýdor)

νερό (neró), ύδωρ (hýdor)

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "water"
still

(of a drink) not having bubbles in it

ήσυχο, σταθερό

ήσυχο, σταθερό

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "still"
sparkling water

water which is carbonated or fizzy

ανάέρωτο νερό, φυσικό μεταλλικό νερό

ανάέρωτο νερό, φυσικό μεταλλικό νερό

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "sparkling water"
sales assistant

someone whose job involves helping and selling things to the customers and visitors of a store, etc.

υπάλληλος πωλήσεων, πωλητής

υπάλληλος πωλήσεων, πωλητής

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "sales assistant"
jumper

a dress with no sleeves or collar that is worn over other garments

φόρεμα χωρίς μανίκια, κορσές

φόρεμα χωρίς μανίκια, κορσές

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "jumper"
to help

to give someone what they need

βοηθάω, παρέχω

βοηθάω, παρέχω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to help"
color

a quality such as red, green, blue, yellow, etc. that we see when we look at something

χρώμα, χρωματισμός

χρώμα, χρωματισμός

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "color"
size

the physical extent of an object, usually described by its height, width, length, or depth

μέγεθος, διαστάσεις

μέγεθος, διαστάσεις

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "size"
to try on

to put on a piece of clothing to see if it fits and how it looks

δοκιμάζω, προσαρμόζω

δοκιμάζω, προσαρμόζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to try on"
suit

a jacket with a pair of pants or a skirt that are made from the same cloth and should be worn together

κοστούμι, σuit

κοστούμι, σuit

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "suit"
card

a business or identification card issued by a government, organization, or institution for official purposes

κάρτα, ταυτότητα

κάρτα, ταυτότητα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "card"
cash

money in bills or coins, rather than checks, credit, etc.

μετρητά, καταθέσεις

μετρητά, καταθέσεις

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "cash"
guest

someone who is invited to visit someone else's home or attend a social event

καλεσμένος, φιλοξενούμενος

καλεσμένος, φιλοξενούμενος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "guest"
list

a series of written or printed names or items, typically one below the other

Κατάλογος, Λίστα

Κατάλογος, Λίστα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "list"
invitation

a written or spoken request to someone, asking them to attend a party or event

πρόσκληση, πρόσκληση σε εκδήλωση

πρόσκληση, πρόσκληση σε εκδήλωση

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "invitation"
to come over

to come to someone's house in order to visit them for a short time

έρχομαι (érchome), επισκέπτομαι (episképtomai)

έρχομαι (érchome), επισκέπτομαι (episképtomai)

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to come over"
drink

any liquid that we can drink

ποτό, ρόφημα

ποτό, ρόφημα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "drink"
snack

a small meal that is usually eaten between the main meals or when there is not much time for cooking

σνακ, μεζεδάκι

σνακ, μεζεδάκι

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "snack"
to move

to change your position or location

κινώ, μετακινώ

κινώ, μετακινώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to move"
furniture

pieces of equipment such as tables, desks, beds, etc. that we put in a house or office so that it becomes suitable for living or working in

έπιπλα, επίπλωση

έπιπλα, επίπλωση

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "furniture"
to choose

to decide what we want to have or what is best for us from a group of options

επιλέγω, διαλέγω

επιλέγω, διαλέγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to choose"
music

a series of sounds made by instruments or voices, arranged in a way that is pleasant to listen to

μουσική, ήχος

μουσική, ήχος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "music"
to clear up

to explain or resolve confusion, making something easier to understand or less ambiguous

διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω

διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to clear up"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek