pattern

Φραστικά Ρήματα με Χρήση του 'On' & 'Upon' - Ανάλογα, Εμπιστοσύνη ή Ενθάρρυνση (Ενεργό)

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Phrasal Verbs With 'On' & 'Upon'
to bank on

to put hope and trust in a person or thing

βασίζομαι σε, προβλέπω σε

βασίζομαι σε, προβλέπω σε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to bank on"
to base on

to develop something using certain facts, ideas, situations, etc.

βασίζω σε, στηρίζω σε

βασίζω σε, στηρίζω σε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to base on"
to cheer on

to loudly support or encourage someone, especially during a performance or competition

ενθαρρύνω, υποστηρίζω

ενθαρρύνω, υποστηρίζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to cheer on"
to count on

to put trust in something or someone

υπολογίζω σε, εμπιστεύομαι

υπολογίζω σε, εμπιστεύομαι

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to count on"
to depend on

to be determined or affected by something else

εξαρτώμαι από,  στηρίζομαι σε

εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to depend on"
to egg on

to encourage or provoke someone to do something, especially something risky

παρακινώ, ενθαρρύνω

παρακινώ, ενθαρρύνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to egg on"
to found on

to be established or rooted in a specific idea, belief, or principle

ιδρύω, εγκαθιδρύω

ιδρύω, εγκαθιδρύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to found on"
to help on with

to assist someone in putting on a piece of clothing

βοηθάω να βάλεις, βοηθάω να φοράς

βοηθάω να βάλεις, βοηθάω να φοράς

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to help on with"
to hinge on

(of an outcome, decision, or situation) to depend entirely on a particular factor or set of circumstances

εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε

εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to hinge on"
to lean on

to rely on something, such as a wall, for physical support or stability

στηρίζομαι σε, πατάω σε

στηρίζομαι σε, πατάω σε

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to lean on"
to rely on

to have faith in someone or something

στηρίζομαι σε, εμπιστεύομαι

στηρίζομαι σε, εμπιστεύομαι

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to rely on"
to ride on

to achieve success or progress based on the outcome of a particular situation or circumstance

βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από

βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to ride on"
to spur on

to provide encouragement and motivation for someone

παρωθώ, ενθαρρύνω

παρωθώ, ενθαρρύνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to spur on"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek