pattern

500 Πιο Συνηθισμένα Αγγλικά Επιρρήματα - Κορυφαία 176 - 200 Επιρρήματα

Εδώ σας παρέχεται το μέρος 8 της λίστας με τα πιο κοινά επιρρήματα στα αγγλικά, όπως "χωρίς", "κοντά" και "ελάχιστα".

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Most Common Adverbs in English Vocabulary
closely

without having a lot of space or time in between

στενά, κοντά

στενά, κοντά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "closely"
apart

at a distance from each other in either time or space

χωριστά, ξεχωριστά

χωριστά, ξεχωριστά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "apart"
meanwhile

at the same time but often somewhere else

εν τω μεταξύ, παράλληλα

εν τω μεταξύ, παράλληλα

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "meanwhile"
barely

in a manner that almost does not exist or occur

μόλις, καθόλου

μόλις, καθόλου

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "barely"
regardless

with no attention to the thing mentioned

παρά το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως

παρά το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "regardless"
effectively

in a way that results in the desired outcome

αποτελεσματικά, οπωσδήποτε

αποτελεσματικά, οπωσδήποτε

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "effectively"
physically

in relation to the body as opposed to the mind

φυσικά, σωματικά

φυσικά, σωματικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "physically"
overall

with everything considered

γενικά, συνολικά

γενικά, συνολικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "overall"
initially

at the starting point of a process or situation

αρχικά, καταρχάς

αρχικά, καταρχάς

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "initially"
previously

before the present moment or a specific time

προηγουμένως, προτού

προηγουμένως, προτού

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "previously"
largely

to a great extent

σε μεγάλο βαθμό, κυρίως

σε μεγάλο βαθμό, κυρίως

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "largely"
heavily

in significant amounts or to a high extent

βαριά, εντατικά

βαριά, εντατικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "heavily"
live

used when an event or performance is happening at the present moment or being broadcast in real-time

ζωντανά, σε ζωντανή μετάδοση

ζωντανά, σε ζωντανή μετάδοση

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "live"
in the first place

used to explain the main reason or starting point of a situation

καταρχάς, πρώτον

καταρχάς, πρώτον

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "in the first place"
correctly

in a right way and without mistake

ορθά, σωστά

ορθά, σωστά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "correctly"
regularly

at the same times or with the same amount of time between each event

κανονικά, τακτικά

κανονικά, τακτικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "regularly"
nowhere

not in or to any place

πουθενά, ούτε πουθενά

πουθενά, ούτε πουθενά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "nowhere"
deep

at or to a significant depth

βαθιά, βαθύτερα

βαθιά, βαθύτερα

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "deep"
mainly

more than any other thing

κυρίως, κυρίως εκ των άλλων

κυρίως, κυρίως εκ των άλλων

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "mainly"
frequently

regularly and with short time in between

συχνά, τακτικά

συχνά, τακτικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "frequently"
through

from one side to the other, indicating movement from the beginning to the end

μέσω, διαμέσου

μέσω, διαμέσου

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "through"
afterward

in the time following a specific action, moment, or event

μετά, αργότερα

μετά, αργότερα

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "afterward"
behind

toward or at the back of something or someone

πίσω, από πίσω

πίσω, από πίσω

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "behind"
significantly

in a manner that is important or large enough to be noticed or effective

σημαντικά, ουσιαστικά

σημαντικά, ουσιαστικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "significantly"
dangerously

in a manner that is capable of harming or injuring a person or destroying or damaging a thing

επικίνδυνα, επικινδύνως

επικίνδυνα, επικινδύνως

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "dangerously"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek