pattern

Βιβλίο Four Corners 3 - Ενότητα 9 Μάθημα Δ

Εδώ θα βρείτε το λεξιλόγιο από την Ενότητα 9 Μάθημα Δ στο βιβλίο μαθημάτων Four Corners 3, όπως "αναφορά", "αγγαρεία", "τακτοποιημένο" κ.λπ.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Four Corners 3
advice

a suggestion or an opinion that is given with regard to making the best decision in a specific situation

συμβουλή, υπόδειξη

συμβουλή, υπόδειξη

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "advice"
to text

to send a written message using a cell phone

στέλνω μήνυμα, smsάρω

στέλνω μήνυμα, smsάρω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to text"
teenager

a person aged between 13 and 19 years

έφηβος, έφηβη

έφηβος, έφηβη

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "teenager"
to mention

to say something about someone or something, without giving much detail

αναφέρω, μνημονεύω

αναφέρω, μνημονεύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to mention"
letter

a written or printed message that is sent to someone or an organization, company, etc.

γράμμα, επιστολή

γράμμα, επιστολή

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "letter"
everywhere

to or in all places

παντού, σε όλα τα μέρη

παντού, σε όλα τα μέρη

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "everywhere"
possible

able to exist, happen, or be done

πιθανός, εφικτός

πιθανός, εφικτός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "possible"
jealous

feeling angry and unhappy because someone else has what we want

ζηλιάρης, ζηλόφθονος

ζηλιάρης, ζηλόφθονος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "jealous"
to copy

to create something that is exactly like something else

αντιγράφω, αντιγραφή

αντιγράφω, αντιγραφή

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to copy"
busy

having so many things to do in a way that leaves not much free time

πολύασχολος, καταπονημένος

πολύασχολος, καταπονημένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "busy"
boss

a person who is in charge of a large organization or has an important position there

αφεντικό, διοικητής

αφεντικό, διοικητής

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "boss"
crazy

(of a person) not possessing a stable and healthy mental condition

τρελός, παρανοϊκός

τρελός, παρανοϊκός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "crazy"
personal

only relating or belonging to one person

προσωπικό, ατομικό

προσωπικό, ατομικό

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "personal"
attention

the act of taking notice of someone or something

προσοχή, σοφία

προσοχή, σοφία

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "attention"
annoying

causing slight anger

ενοχλητικός, εκνευριστικός

ενοχλητικός, εκνευριστικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "annoying"
to solve

to find an answer or solution to a question or problem

λύω, επιλύω

λύω, επιλύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to solve"
neat

carefully arranged and in order

τακτοποιημένος, καλά οργανωμένος

τακτοποιημένος, καλά οργανωμένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "neat"
roommate

a person sharing a room, apartment, or house with one or more people

συγκάτοικος, συγκάτοικος δωματίου

συγκάτοικος, συγκάτοικος δωματίου

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "roommate"
rent

the money that is regularly paid to use an apartment, room, etc. owned by another person

ενοίκιο, νοίκι

ενοίκιο, νοίκι

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "rent"
chore

a task, especially a household one, that is done regularly

δουλειά, αγγαρεία

δουλειά, αγγαρεία

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "chore"
messy

lacking orderliness or cleanliness

μη οργανωμένος, βρώμικος

μη οργανωμένος, βρώμικος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "messy"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek