pattern

Φραστικά Ρήματα με Χρήση του 'Down' & 'Away' - Μετακίνηση, Φεύγοντας ή Διαφυγή (Μακριά)

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
Phrasal Verbs With 'Down' & 'Away'
to break away

to escape from a person who is holding one

ξεφεύγω, δραπετεύω

ξεφεύγω, δραπετεύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to break away"
to call away

to make someone leave

καλώ μακριά, απομακρύνω

καλώ μακριά, απομακρύνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to call away"
to come away

to leave somewhere having a certain impression or feeling

φεύγω με, απομακρύνομαι με

φεύγω με, απομακρύνομαι με

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to come away"
to drag away from

to forcefully remove someone or something from a particular place or activity

σέρνω μακριά από, τραβώ μακριά από

σέρνω μακριά από, τραβώ μακριά από

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to drag away from"
to drive away

to cause someone or something to leave or go away, often by force or persuasion

απομακρύνω (apomakryno), διώχνω (dioxno)

απομακρύνω (apomakryno), διώχνω (dioxno)

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to drive away"
to get away

to escape from someone or somewhere

δραπετεύω, ξεφεύγω

δραπετεύω, ξεφεύγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to get away"
to get away with

to escape punishment for one's wrong actions

ξεφεύγω από τιμωρία, δραπετεύω από την ποινή

ξεφεύγω από τιμωρία, δραπετεύω από την ποινή

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to get away with"
to go away

to move from a person or place

φεύγω, πλησιάζω

φεύγω, πλησιάζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to go away"
to move away

to go to live in another area

μετοικώ, μετακομίζω

μετοικώ, μετακομίζω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to move away"
to run away

to escape from or suddenly leave a specific place, situation, or person, often in a hurried manner

δραπετεύω, φεύγω

δραπετεύω, φεύγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to run away"
to send away

to ask or cause someone to leave a place or situation, usually as a punishment or because of unwanted behavior

διώχνω, απομακρύνω

διώχνω, απομακρύνω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to send away"
to slip away

to depart quietly and without being noticed

ξεγλιστρώ, φευγω

ξεγλιστρώ, φευγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to slip away"
to stay away

to avoid someone or something that might have a negative impact on one

απομακρύνομαι, φέρω αποστάσεις

απομακρύνομαι, φέρω αποστάσεις

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to stay away"
to steal away

to leave a place quietly, typically to avoid being noticed

κλέβω μακριά (klevó makriá), απομακρύνομαι κρυφά (apomakrinóme kryfá)

κλέβω μακριά (klevó makriá), απομακρύνομαι κρυφά (apomakrinóme kryfá)

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to steal away"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek