just beginning to take shape

εμβρυονικός, αρχικός
Η σχέση τους ήταν απαρχής, απροσδιόριστη αλλά συναισθηματικά φορτισμένη.
first or at the beginning

αρχικός, πρωταρχικός
Το αρχικό σχέδιο ήταν να πάμε στην παραλία, αλλά έβρεξε.
a sign of good luck or future success

οιωνός, προμήνυμα
Πολλοί πιστεύουν ότι τα πουλιά που πετούν ψηλά είναι ένα οιωνό ευτυχίας που έρχεται.
indicating that something is very likely to succeed in the future

ευοίωνος, ευτυχής
Η προαγωγή της ήρθε σε μια ευοίωνη ημερομηνία, σηματοδοτώντας ένα λαμπρό μέλλον.
having the same form, appearance, or characteristics as others of the same kind

ομοιόμορφος, ομοιόμορφη
to become whole or united

ενοποιώ, ενώνω
the process of bringing together to form a single unit

ενοποίηση, επανένωση
Η ενοποίηση των δύο εταιρειών ήταν ένα μεγάλο γεγονός στον επιχειρηματικό κόσμο.
to make something harder to understand or deal with

περιπλέκω, δυσκολεύω
Η ταυτόχρονη εμφάνιση πολλαπλών θεμάτων περίπλεκε συνεχώς την κατάσταση.
the act or process of making something more difficult or complex

περιπλοκή, δυσχέρανση
related to a judge or authority figure

σχετικός με δικαστή ή αυθεντική φιγούρα, αυθεντικός
Το έγγραφο είχε έναν αξιωματικό τόνο, που αντανακλούσε την προέλευσή του από το γραφείο του δικαστή.
the job or position of a local official with authority

μαγιστράτο, θέση δικαστή
Πολλοί επιθυμούν να γίνουν δικαστικός λόγω της επιρροής του στη κοινότητα.
describing an animal that has a stomach with four compartments and chews cud as part of its digestion process

μηρυκαστικός, που μηρυκάζει
Η αγελάδα, ένα μηρυκαστικό ζώο, περνάει μεγάλο μέρος της ημέρας της μασώντας.
to think carefully and at length about something

αναλογίζομαι βαθιά, σκέφτομαι προσεκτικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα
Συχνά αναλογίζομαι τι πραγματικά σημαίνει η επιτυχία.
to stop doing something, particularly in response to a request, command, or understanding that it should be discontinued

παύω, εγκαταλείπω
Η αστυνομία διέταξε τους διαδηλωτές να παύσουν να μπλοκάρουν το δρόμο.
a person who owns land

γηκτήμονας, ιδιοκτήτης γης
Πολλοί ιδιοκτήτες γης στην περιοχή μετατρέπουν τις εκτάσεις τους σε βιολογικές φάρμες.
