pattern

Λίστα Λέξεων Επιπέδου C1 - Κίνδυνοι

Εδώ θα μάθετε μερικές αγγλικές λέξεις σχετικά με το ρίσκο, όπως "acutely", "liable", "daredevil" κ.λπ. προετοιμασμένες για μαθητές C1.

review-disable

Ανασκόπηση

flashcard-disable

Κάρτες

spelling-disable

Ορθογραφία

quiz-disable

Κουίζ

Ξεκινήστε να μαθαίνετε
CEFR C1 Vocabulary
acutely

in a way that is too extreme or intense

οξέως, ακρωτηριαστικά

οξέως, ακρωτηριαστικά

Google Translate
[επίρρημα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "acutely"
eventful

filled with important, exciting, or dangerous events

γεμάτος γεγονότα, πλήρης περιστατικών

γεμάτος γεγονότα, πλήρης περιστατικών

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "eventful"
daredevil

reckless and willing to do dangerous things

ατρόμητος, ριψοκίνδυνος

ατρόμητος, ριψοκίνδυνος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "daredevil"
guarded

not displaying feelings or giving very much information

φρουρημένος, προσεκτικός

φρουρημένος, προσεκτικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "guarded"
liable

possible to do a particular action

πιθανός, εκτεθειμένος

πιθανός, εκτεθειμένος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "liable"
notorious

widely known for something negative or unfavorable

γνωστός για κακό λόγο, επίκινδυνους αναγνωρίσιμος

γνωστός για κακό λόγο, επίκινδυνους αναγνωρίσιμος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "notorious"
reckless

not caring about the possible results of one's actions that could be dangerous

απερίσκεπτος, αμέλειτος

απερίσκεπτος, αμέλειτος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "reckless"
rash

(of a person) tending to do things without carefully thinking about the possible outcomes

βιαστικός, απότομος

βιαστικός, απότομος

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "rash"
wary

feeling or showing caution and attentiveness regarding possible dangers or problems

προσεκτικός, επιφυλακτικός

προσεκτικός, επιφυλακτικός

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "wary"
safe and sound

not damaged or injured in any way

[φράση]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "safe and sound"
to avert

to prevent something dangerous or unpleasant from happening

αποτρέπω, αποφυγώ

αποτρέπω, αποφυγώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to avert"
to beware

to warn someone to be cautious of a dangerous person or thing

προσοχή, φυλάξου

προσοχή, φυλάξου

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to beware"
to caution

to warn someone of something that could be difficult or dangerous

προειδοποιώ, ειδοποιώ

προειδοποιώ, ειδοποιώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to caution"
to compromise

to put someone or something in danger, particularly by being careless

καταστρατηγώ, διακινδυνεύω

καταστρατηγώ, διακινδυνεύω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to compromise"
to dare

to challenge someone to do something difficult, embarrassing, or risky

τολμώ, προκαλώ

τολμώ, προκαλώ

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to dare"
to flee

to escape danger or from a place

φεύγω, διαφεύγω

φεύγω, διαφεύγω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to flee"
to lock away

to place something in a container or place that can be securely fastened with a lock

κλειδώνομαι, φυλάσσω

κλειδώνομαι, φυλάσσω

Google Translate
[ρήμα]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "to lock away"
alert

a situation where people are ready to confront a threat

ειδοποίηση, ετοιμότητα

ειδοποίηση, ετοιμότητα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "alert"
distress

a situation where an airplane, ship, etc. requires help because it is in serious danger

ένδειξη κινδύνου, σημείο κινδύνου

ένδειξη κινδύνου, σημείο κινδύνου

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "distress"
hazard

something that poses a risk or danger

κίνδυνος, σαμποτάζ

κίνδυνος, σαμποτάζ

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "hazard"
gamble

an act that someone does while knowing that there is a risk but also possible success

στοίχημα, ρίσκο

στοίχημα, ρίσκο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "gamble"
peril

the state of being threatened by or exposed to a significant negative occurrence

κίνδυνος, περιπέτεια

κίνδυνος, περιπέτεια

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "peril"
menace

someone or something that causes or is likely to cause danger or damage

απειλή, κίνδυνος

απειλή, κίνδυνος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "menace"
precaution

an act done to prevent something unpleasant or bad from happening

προφύλαξη, προφυλακτικός κανόνας

προφύλαξη, προφυλακτικός κανόνας

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "precaution"
refuge

a location or circumstance that offers protection and safety

καταφύγιο, καταφύγιος

καταφύγιο, καταφύγιος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "refuge"
death toll

the number of individuals who die as a result of an accident, war, etc.

θνησιμότητα, αριθμός νεκρών

θνησιμότητα, αριθμός νεκρών

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "death toll"
rescue

the action or process of saving someone or something

διάσωση, σωτηρία

διάσωση, σωτηρία

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "rescue"
safeguard

an act, law, rule, etc. that protects someone or something against danger or harm

ασφαλιστικός μηχανισμός, προστατευτικό μέτρο

ασφαλιστικός μηχανισμός, προστατευτικό μέτρο

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "safeguard"
cowardice

the quality of not having courage

δειλία, δειλία (σαν ουσιαστικό)

δειλία, δειλία (σαν ουσιαστικό)

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "cowardice"
boldness

the quality of willing to take risks and not being afraid

τόλμη, θάρρος

τόλμη, θάρρος

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "boldness"
madness

very stupid behavior that could develop into a dangerous situation

παραφροσύνη, τρέλα

παραφροσύνη, τρέλα

Google Translate
[ουσιαστικό]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "madness"
AWOL

referring to something that is stolen or not in its usual place

εκτός τόπου (ektos topou), ελλειπής (elleipis)

εκτός τόπου (ektos topou), ελλειπής (elleipis)

Google Translate
[επίθετο]
daily words
wordlist
Κλείσιμο
Σύνδεση
Ορισμός και Σημασία του "AWOL"
LanGeek
Λήψη εφαρμογής LanGeek